ευέλικτος


ευέλικτος
-η, -ο (ΑΜ εὐέλικτος, -ον)
αυτός που ελίσσεται, που συστρέφεται εύκολα, ο εύκαμπτος, ο ευλύγιστος (α. «εὐέλικτον σῶμα», Πολύδ.
β. [μτφ.] «εὐέλικτη πολιτική»)
νεοελλ.
αυτός που κάνει εύκολα ελιγμούς, που κινείται εύκολα και γρήγορα («ευέλικτα στρ. τμήματα»)
αρχ.
(για φωνή) ο εύστροφος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + ελικτός (< ελίσσω)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐέλικτος — easily rolling masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐέλικτον — εὐέλικτος easily rolling masc/fem acc sg εὐέλικτος easily rolling neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • -τος — παραγωγική κατάληξη επιθέτων και ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής, η οποία ανάγεται στην ΙΕ κατάληξη to , θεματική μορφή τής επέκτασης t (πρβλ. αρχ. ινδ. crutas, αβεστ. sruta , λατ. in clutus, ελλ. κλυτός). Η κατάληξη τος απαντά κυρίως …   Dictionary of Greek

  • ελίσσω — και ελίττω (AM ἑλίσσω και ἑλίττω Α και ἐλίσσω και εἰλίσσω και εἱλίσσω) 1. περιστρέφω, περιτυλίσσω 2. ελίσσομαι α) ακολουθώ κίνηση με ελιγμούς β) περιστρέφομαι, συσπειρώνομαι, κουλουριάζομαι νεοελλ. ελίσσομαι 1. είμαι ευέλικτος στις κινήσεις και… …   Dictionary of Greek

  • ευπερίστρεπτος — εὐπερίστρεπτος, ον (Μ) [περιστρέφω] αυτός που περιστρέφεται εύκολα, ευκίνητος, ευέλικτος …   Dictionary of Greek

  • ευπερίστροφος — εὐπερίστροφος, ον (Μ) 1. αυτός που κάνει πολλές περιστροφές, που περιστρέφεται εύκολα, ο ευέλικτος, ο ευκίνητος 2. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὐπερίστροφον η ευελιξία, η ευλυγισία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + περί στροφος (< περι στρέφω)] …   Dictionary of Greek

  • εύκαμπτος — η, ο (ΑΜ εὔκαμπτος, ον) αυτός που κάμπτεται, που λυγίζει εύκολα, ο ευλύγιστος νεοελλ. ο ευέλικτος, αυτός που φέρεται με διπλωματικότητα αρχ. αυτός που κουράζεται εύκολα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + καμπτός (< κάμπτω)] …   Dictionary of Greek

  • πολιτικός — ή, ό / πολιτικός, ή, όν, ΝΜΑ [πολίτης] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται ή αρμόζει στον πολίτη (α. «πολιτικά δικαιώματα» τα δικαιώματα που συνίστανται στη συμμετοχή τού πολίτη στην άσκηση τής κρατικής εξουσίας και τα οποία είναι: το δικαίωμα τού… …   Dictionary of Greek

  • Ελλάδα - Ιστορία (Αρχαιότητα) — ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ (600000 1100 π.Χ.) Σύμφωνα με τα αρχαιολογικά ευρήματα, θεωρείται ότι η ζωή ξεκίνησε στον ελλαδικό χώρο από το 100 000 π.Χ. (Παλαιολιθική εποχή). Όμως, η χρονική περίοδος που ιστορικά παρουσιάζει εξαιρετικό… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.